Αγάπη : Βίος και Πολιτεία μιας παρεξηγημένης λέξης

Τη λέξη «αγάπη» τη χρησιμοποιούμε συχνά και την ακούμε ακόμα συχνότερα, ίσως και κάποιες φορές το αντίθετο. Είναι το πρώτο πράγμα που νιώθουμε όταν γεννιόμαστε, την ψάχνουμε όλη μας τη ζωή, τη συζητάμε, στο όνομά της έχουμε κάνει πολλά κι έχουμε δικαιολογήσει άλλα τόσα και το μεγαλύτερο κομμάτι της τέχνης της ανήκει.
Έτσι, δεν είναι πρωτόγνωρο να έρχεται συνεχώς στη συζήτηση σε ένα ψυχοθεραπευτικό γραφείο. Συχνά οι άνθρωποι έρχονται να μιλήσουν για την ανάγκη τους για αυτή, την προσπάθειά τους, την αγωνία τους. Κι, όμως, όσο περισσότερα λέγονται και γράφονται, τόσο μένουμε χαομένοι σε καταστάσεις, ζητάμε και μας ζητούνται πράγματα που μας μπερδεύουν. Υπάρχουν φορές που αναρωτιόμαστε εάν αυτά που κάνουμε εμείς ή οι άλλοι σε εμάς είναι από αγάπη κι υπάρχουν φορές στη ζωή του καθενός μας που δικαιολογούμε τη συμπεριφορά τη δική μας ή των άλλων, γιατί ότι έγινε έγινε από αγάπη. Π.χ. κάποιες φορές, είτε μας το ζητάει ο άλλος είτε όχι, αρχίζουμε να καταπιέζουμε τις δικές μας ανάγκες, θεωρώντας ότι αποδεικνύουμε πόσο τον αγαπάμε κι επιτρέπουμε στον άλλο να ξεπερνάει τα όρια μας και να μας στερεί την ελευθερία μας.
Αλλά η αγάπη είναι άνευ όρων κι όχι άνευ ορίων. Γιατί ενώ τις περισσότερες φορές θέλουμε μη βάζοντας όρια να δείξουμε τα συναισθήματα μας, καταλήγουμε αντίθετα να δείχνουμε στον άλλον ότι δεν υπολογίζουμε τον εαυτό μας κι άρα δεν μπορεί και εκείνος να μας υπολογίζει. Η αγάπη για να υπάρξει χρειάζεται όρια. Αυτό που τόσο πολύ λαχταράμε, δεν μπορεί να συμβαδίζει χωρίς το σεβασμό, την εκτίμηση, την κατανόηση, την αποδοχή…
Βέβαια, σε βαθύτερο επίπεδο για να μπορέσουμε να φτάσουμε ως εκεί πρέπει πρώτα να αγαπήσουμε τον εαυτό μας άνευ όρων και πολλές φορές αυτό είναι το ταξίδι της ψυχοθεραπείας. Κι η αλήθεια είναι ότι ακούγεται πιο εύκολο από ότι είναι. Γιατί αυτό σημαίνει, να μπορώ να αναγνωρίζω και να αποδέχομαι τα λάθη μου, να μπορέσω να αντέξω το γεγονός ότι δεν μπορώ να καταφέρω κάτι, να αναγνωρίζω τις στιγμές που δεν έχω διάθεση να κάνω κάτι ή τις στιγμές που αρνούμαι να κάνω κάτι, να αποδέχομαι ότι κάτι με προβληματίζει, ότι έχω αδυναμίες κι ότι υπάρχουν συνθήκες που νιώθω ευάλωτος και να αναγνωρίζω ότι μπορεί να φοβάμαι, ότι έχω μια δύσκολη πλευρά. Αλλά για να τα αποδεχτώ πρέπει να αντέχω να τα γνωρίσω κι για να μπορέσω έπειτα να τα αλλάξω και να αναπτυχθώ.
Αρχίζοντας να αγαπάμε έτσι τον εαυτό μας, μπορούμε να αρχίσουμε να αποδεχόμαστε ότι κι οι άλλοι έχουν αδυναμίες, είναι ευάλωτοι, έχουν κι άλλες προτεραιότητες. Η αγάπη άνευ όρων σημαίνει ότι αγαπιόμαστε από τον άλλο, όπως είμαστε κι όχι όπως μας φαντάζεται ή όπως θα ήθελε να είμαστε. Κι αντιστοίχως, αγαπάμε τον άλλο όπως είναι, όχι όπως το φανταζόμαστε ή θα θέλαμε να είναι. Όρια σημαίνει ότι κάποια πράγματα που έχουν να κάνουν σε σχέση με μας επιτρέπονται στον άλλο, και κάποια άλλα όχι. Έχουμε μάθει να ακούμε τη λέξη «όρια» και να τρομάζουμε ότι θα πρέπει να είμαστε αυστηροί, ανένδοτοι, να επιβαλλόμαστε στον άλλο και με τη σειρά του αυτός να μας επιβάλλεται σκληρά. Ότι το όριο είναι μια μορφή τιμωρίας κι ότι η αποδοχή κι η αγάπη χωρίς περιορισμούς, είναι μια κατάσταση στην οποία δε χωράει καμία αρνητική συμπεριφορά και κανένα αρνητικό συναίσθημα. Κι όμως, δεν είναι ζήτημα σκληρότητας, αλλά προστασίας του πλέον ευαίσθητου πυρήνα της ύπαρξης μας. Για αυτό κι όταν βάζουμε όρια, πρέπει να το κάνουμε έτσι ώστε να μη νιώθει ο άλλος ότι αυτόματα τον απορρίπτουμε ούτε ότι η σχέση τίθεται υπό αμφισβήτηση.
Κι έτσι, η αγάπη γίνεται χωρίς όρους και τα όρια γίνονται με αγάπη. Το πώς θα περάσουμε τον ελεύθερο μας χρόνο, πρέπει να είναι κάτι ευχάριστο και για τους δυο ή να περικλείει διαδοχικά κάτι που έχουν ανάγκη και οι δυο. Αυτό το παράδειγμα είναι μικρό, αλλά μπορεί να δείξει ότι η μετατροπή του άλλου σε ένα ηγεμόνα, είτε αυτός είναι γονέας, είτε σύντροφος, είτε παιδί, είτε φίλος, η υπερβολική ενασχόληση μαζί του κι η διαρκής «θυσία» για να είναι ο άλλος ευτυχισμένος, ή η απαίτηση μας για διαρκή «θυσία» από τον άλλο για να καταλάβουμε ότι μας αγαπά, έχει πολύ λίγο να κάνει με την αγάπη και τη σχέση κι έχει πάρα πολύ να κάνει με τη σχέση με τον εαυτό μας. Τόσο τα δικαιώματα όσο κι υποχρεώσεις υπάρχουν για όλα τα μέρη μιας σχέσης ανεξαιρέτως.

Γιατί αγαπώ δε σημαίνει κρατιέμαι από πάνω σου δυνατά, σημαίνει είμαι κοντά σου χωρίς να παραβιάζω το χώρο σου. Σημαίνει ότι μπορώ να κάνω πράγματα και να σε αφήνω χωρίς ενοχές, να μπορώ να σε αξιολογώ χωρίς να σε προσβάλω και να μπορείς κι εσύ να τα βλέπεις αυτά, να μπορείς να με συναντήσεις εκεί τις περισσότερες φορές, γιατί αγαπώ σημαίνει ότι και κάποιες φορές δεν θα μπορούμε να συναντηθούμε εκεί.

Τριανταφυλλοπούλου Μαρία

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *