H Θεραπευτική σχέση στην Σχεσιακή Ψυχανάλυση και η διαδικασία αλλαγής. Μια ανάλυση του τελευταίου χρονογραφήματος του Renn.

Σύμφωνα με το τελευταίο κλινικό χρονογράφημα του Renn (2020) τα δεδομένα που συλλέγονται από τις έρευνες στους τομείς της αναπτυξιακής ψυχολογίας, της νευροβιολογίας και της γνωστικής νευροεπιστήμης θα μπορούσαν να ενσωματωθούν σε ένα ενιαίο θεραπευτικό μοντέλο και να εφαρμοστούν κλινικά.

Ο Βowlby (1973,1980) γνωστός από την ‘’θεωρία του Δεσμού’’ χρησιμοποίησε σημαντικές πτυχές της Γνωστικής Ψυχολογίας όπως την επεισοδιακή και σημασιολογική μνήμη καθώς και το εσωτερικό μοντέλο εργασίας (Tulving, 1983) ή internal working model (IWM) (Craik, 1943, Renn, 2020). Συγκεκριμένα μελέτησε τους τρόπους με τους οποίους οι πληροφορίες κωδικοποιούνται σε διαφορετικά συστήματα μνήμης. Η επεισοδιακή μνήμη αποτελείται από πληροφορίες που αποθηκεύονται με τη μορφή αυτοβιογραφικών λεπτομερειών. Αντίθετα, η σημασιολογική μνήμη αποτελείται από γενικευμένες πληροφορίες για τον κόσμο και την αίσθηση του εαυτού σε σχέση με σημαντικούς άλλους. Ο Bowlby υποστήριξε ότι τέτοιες γενικευμένες πληροφορίες κωδικοποιούνται σε IWMs και μεσολαβούν στις σκέψεις, τα συναισθήματα και τη συμπεριφορά που σχετίζεται με την προσκόλληση του ατόμου ασυνείδητα. Τονίζει ωστόσο την γνωστική και συναισθηματική διαφορά ‘’συλλογής’’ πληροφοριών στα δυο συστήματα μνήμης και τη σύγκρουση που προκύπτει από τις ασυνέπειες μεταξύ των γενικεύσεων που κάνει ένα άτομο σχετικά με τους γονείς του και από αυτό που υπονοείται ή στην πραγματικότητα ανακαλείται όσον αφορά συγκεκριμένα επεισόδια (Renn, 2020). H Θεωρία του δεσμού υποδεικνύει τις παραπάνω αθροιστικές εμπειρίες ως πρότυπα για μελλοντικές σχέσεις με τρίτους και υπογραμμίζει πως τα ΙWM μεταλλάσσονται και αναθεωρούνται υπό το φως κάποιας νέας εμπειρίας (Bowlby, 1973, 1980; Fonagy, 1999b; Peterfreund, 1983). Οι ενήλικες που δεν έχουν βιώσει αυτόν τον ασφαλή ‘’Δεσμό’’ αποφεύγουν την οικειότητα και μαθαίνουν να απωθούν τις οδυνηρές σκέψεις και συναισθήματα. Αντίθετα, εκείνοι των οποίων οι πρώτες σχέσεις δημιούργησαν μια αμφίθυμη κατάσταση προσκόλλησης , εξοργίζονται και βιώνουν θυμό για τις προηγούμενες και τις τρέχουσες σχέσεις τους. Η ασφαλής προσκόλληση διευκολύνεται όταν ο συντονισμός φροντιστών-βρεφών δεν είναι ούτε πολύ χαμηλός (αποφυγή) ούτε υπερβολικά υψηλός (εσωστρεφής). Ο συντονισμός μεσαίας εμβέλειας που είναι προβλέψιμος, αλλά ευέλικτος και μεταβλητός, είναι ο βέλτιστος καθώς προάγει την αίσθηση της ασφάλειας και έτσι την ικανότητα να γνωρίζει νέους μετασχηματισμούς πληροφοριών και σχέσεων (Beebe et al., 2000).
Το αποδιοργανωμένο παιδί και ο άλλος ενήλικος αποσυνδέονται από το άμεσο περιβάλλον και αναπτύσσουν μια αβοήθητη ή εχθρική / ελεγκτική κατάσταση του μυαλού (Lyons-Ruth, Bronfman & Atwood, 1999; Lyons-Ruth et al., 2005). Αυτές οι καταστάσεις του μυαλού δημιουργούν μη συνειδητές διαδικασίες προσκόλλησης και φαινόμενα που μεταβιβάζονται, εν μέρει, μέσω του ιδιαίτερου στυλ συζήτησης του ασθενούς και της αλληλεπίδρασης με τον θεραπευτή (Renn, 2006, 2008, 2012; Wachtel, 2008 ). Ο Θεραπευτής χρησιμοποιεί τη σχέση του με τον Θεραπευόμενο ώστε να αποκαταστήσει ρήξεις στη σχέση προσκόλλησης και να αποτελέσει ο ίδιος πρότυπο για μελλοντικές σχέσεις. (Schore, 2011; Wallin, 2007).

Ωστόσο, η θεωρία της προσκόλλησης έχει επικριθεί για την παράλειψη της σημασίας της σεξουαλικότητας ως παρακινητικού παράγοντα στην ανθρώπινη συμπεριφορά. Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει προσπάθειες για διόρθωση αυτής της παράλειψης, κυρίως από τους Lichtenberg (2007, 2008) και Target (2007) αντίστοιχα. Ο Target (2007) διαπίστωσε ότι οι μητέρες τείνουν να αγνοούν ή να αποφεύγουν το καθρέφτισμα του συναισθήματος του ‘’σεξουαλικού ενθουσιασμού’’ του βρέφους. Αν και η σχέση μητέρας-βρέφους είναι το επίκεντρο μιας τέτοιας έρευνας, ο Renn (2020) επισημαίνει ότι η επιρροή του πατέρα στη σεξουαλικότητα του αναπτυσσόμενου παιδιού είναι επίσης πολύ σημαντική και, ως εκ τούτου, πιθανότατα θα εφαρμοστεί στη θεραπευτική σχέση (Renn, 2013). Ευρήματα των Eagle (2007) και Lichtenberg (2007, 2008) υποστηρίζουν την πανταχού παρούσα επίδραση στην ενήλικη ζωή των πρώιμων δεσμων προσκόλλησης στις σεξουαλικές σχέσεις. O Liotti (1999) επίσης, θέτει την ύπαρξη τριών βασικών συστημάτων κινητοποίησης που ανταγωνίζονται το σύστημα προσκόλλησης: το αγωνιστικό που η ενεργοποίηση του προκαλεί υψηλά επίπεδα οργής και επιθετικότητας στο άτομο, το σύστημα φροντίδας όπου η αμυντική ενεργοποίηση του μπορεί να οδηγήσει σε καταναγκαστική, ελεγχόμενη συμπεριφορά φροντίδας και το σεξουαλικό σύστημα. Το άτομο μπορεί να επιλέξει να αλληλεπιδράσει με άλλα άτομα βάσει του συστήματος του σεξουαλικού κινήτρου. Η ενεργοποίηση αυτού του συστήματος δημιουργεί «τη βάση για αμεσότητα και για την δημιουργία σημαντικών σχέσεων σύμφωνα με τους ρόλους του σαγηνευτή και του παραπλανημένου»
Ο Liotti (1999) υποστηρίζει ότι η επιλογή του σεξουαλικού συστήματος διευκολύνεται εάν το άτομο έχει κακοποιηθεί σεξουαλικά από φιγούρα προσκόλλησης στην παιδική ηλικία. Υποστηρίζει ότι τα τρία πρότυπα διαπροσωπικών σχέσεων, που βασίζονται στην ανώμαλη ενεργοποίηση του αγωνιστικού συστήματος, της φροντίδας και του σεξουαλικού συστήματος, επιλέγονται για την αποφυγή επώδυνης εμπειρίας προσκόλλησης που σχετίζεται με απώλεια, απόρριψη και εγκατάλειψη. Προτείνει ότι αυτά τα μη βέλτιστα συστήματα μπορούν εύκολα να παρατηρηθούν στην κλινική πρακτική στη θεραπεία ατόμων που πάσχουν από αποσυνδετικές διαταραχές. Ομοίως, ο Litowitz (2002) υποστηρίζει ότι η σεξουαλικότητα εκδηλώνεται στη θεραπεία και σε συμπεριφορές προσκόλλησης και στις διαδικαστικές μνήμες που επικοινωνούνται απευθείας μεταξύ θεραπευτή και ασθενούς.

Στην κλινική πρακτική, λοιπόν, η θεωρία της προσκόλλησης χρησιμοποιείται για τη διαχείριση της εγγύτητας και της απόστασης στις οικείες σχέσεις και την επίδραση αυτών στον σχηματισμό της θεραπευτικής συμμαχίας (Lopez & Brennan 2000). Μια πτυχή αυτής της διαδικασίας περιλαμβάνει τον εντοπισμό ομοιότητας στη σύνθετη δυναμική αλληλεπίδραση μεταξύ των πρώιμων σχεσιακών εμπειριών του ασθενούς και των παρόντων κοντινών σχέσεων του, συμπεριλαμβανομένης αυτής με τον θεραπευτή (Renn, 2003, 2006, 2008, 2012, 2013, Wachtel, 2008).
Η Ομάδα Μελετών της Βοστώνης (2010) εφαρμόζει μια αναπτυξιακή προοπτική στην κλινική εργασία με ενήλικες, υποστηρίζοντας ότι τα ευρήματα από την έρευνα προσκόλλησης και τη γνωστική ψυχολογία μπορούν, όταν αξιοποιηθούν στη θεωρία δυναμικών συστημάτων, να μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε και να μοντελοποιήσουμε τις διαδικασίες αλλαγής στην ψυχοδυναμική θεραπεία.

Η θεραπευτική δράση συνίσταται σε ουσιαστική συναισθηματική σύνδεση μεταξύ των συμμετεχόντων με τη μορφή «στιγμών του εδώ και τώρα» και «των στιγμών συνάντησης» που μεταμορφώνει τη «σιωπηρή σχεσιακή γνώση» και διευκολύνει μια διαφορετική κατάσταση «δι-υποκειμενικής συνειδητότητας». Η σιωπηρή σχεσιακή γνώση είναι μια μη συμβολική, μη συνειδητή μορφή «γνώσης» που λειτουργεί εκτός της εστιακής προσοχής και της συνειδητής εμπειρίας. Σύμφωνα με την ομάδα «είναι η μόνη μορφή της γνώσης στα νήπια από αναπτυξιακή προεπιλογή» (ibid). Επιπλέον, ο Stern (2004) υποστηρίζει ότι: «Οι έμμεσες ρυθμιστικές αναμνήσεις και αναπαραστάσεις διαδραματίζουν διαρκή ρόλο στη διαμόρφωση της μεταβίβασης και της θεραπευτικής σχέσης, γενικά, καθώς και στην κάλυψη μεγάλου μέρους του βιωμένου μας παρελθόντος και του συμπτωματικού παρόντος». Τονίζει ότι το άγχος εκ μέρους του θεραπευτή μπορεί να αποκλείσει την συμμετοχή του σε «στιγμές του εδώ και τώρα» με αποτέλεσμα να χαθεί η ευκαιρία για αλλαγή σε μια βασική στιγμή. Επομένως, η πρόσβαση και η καθιέρωση ρητών αόρατων διαδικαστικών τρόπων βίωσης και συσχέτισης, έτσι ώστε οι έμμεσες μνήμες να μπορούν να αλλάξουν και να κωδικοποιηθούν διακριτικά σε μοντέλα αναπαραγωγής δεύτερης τάξης, καθίστανται κρίσιμη πτυχή της θεραπευτικής δράσης.
Υπό αυτήν την έννοια, η ψυχανάλυση μπορεί να θεωρηθεί ως η ενεργός συν-κατασκευή ενός νέου τρόπου να βιώνεις τον εαυτό σου με άλλους (Fonagy & Target, 1998; Fonagy, 1999; Wachtel, 2008). Η αρχική συνέντευξη ή αλλιώς η λήψη ιστορικού του ασθενούς, παρέχει μια ιδανική ευκαιρία σύμφωνα με τον Renn (2020) ώστε ο Σύγχρονος Θεραπευτής να εντοπίσει τα φαινόμενα προσκόλλησης, όπως εκδηλώνονται στη συζήτηση του ασθενούς για τις σχέσεις του με τους γονείς, τους συντρόφους και τα παιδιά. (Slade, 2004).

Πηγή: thetherapyroute.com

Μετάφραση , Ἔπιμέλεια: Κοραχάη Σοφία.

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *