Κατάθλιψη

Κατάθλιψη

Πολύ συχνά χρησιμοποιείται στις μέρες μας η λέξη κατάθλιψη αλλά η έννοια της συγχέεται και συχνά μπερδεύει επειδή αναφέρεται σε πλήθος συναισθηματικών καταστάσεων που ποικίλουν από απλή μελαγχολία έως της κλινική εικόνα της μείζονος καταθλιπτικής διαταραχής. Η επιδημιολογία της διαταραχής είναι αρκετά μεγάλη και αρκετές έρευνες δίνουν ποσοστά μεταξύ του 10-20%. Επίσης θεωρείται ότι το 10% των ασθενών που παρουσιάζονται στους γενικούς γιατρούς και στους παθολόγους πάσχουν από κατάθλιψη χωρίς να το γνωρίζουν.

Συμπτώματα – κριτήρια για την διάγνωση της κατάθλιψης

Το βασικό διαγνωστικό κριτήριο για την κατάθλιψη είναι η ύπαρξη ενός ή περισσοτέρων Μείζονος Καταθλιπτικού Επεισοδίου (κατά DSM IV):

Μείζον Καταθλιπτικό Επεισόδιο υφίσταται όταν υπάρχουν τουλάχιστον 5 από τα παρακάτω συμπτώματα (εκ των οποίων οπωσδήποτε το 1 ή το 2):

  1. Καταθλιπτική διάθεση κατά το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας σχεδόν κάθε μέρα
  2. Έντονη μείωση ή απώλεια ενδιαφέροντος ή της ευχαρίστησης σε όλες ή σχεδόν όλες τις δραστηριότητες (που στο παρελθόν ευχαριστούσαν)  κατά το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας, σχεδόν καθημερινά
  3. Σημαντική απώλεια ή αύξηση βάρους (5% σε ένα μήνα) ή μείωση ή αύξηση της όρεξης σχεδόν κάθε μέρα
  4. Αϋπνία ή υπερυπνία σχεδόν κάθε μέρα
  5. Ψυχοκινητική διέγερση / ανησυχία ή επιβράδυνση σχεδόν καθημερινά (απαραίτητο να την παρατηρούν οι άλλοι και όχι απλά υποκείμενα αισθήματα του ατόμου)
  6. Κόπωση ή απώλεια ενεργητικότητας σχεδόν καθημερινά
  7. Αισθήματα – ιδέες αναξιότητας ή υπερβολικής ενοχής
  8. Μειωμένη ικανότητα του ατόμου να σκεφτεί (βραδύτητα στη σκέψη) ή Αδυναμία συγκέντρωσης ή αναποφασιστικότητα
  9. Υποτροπιάζουσες (επαναλαμβανόμενες) σκέψεις θανάτου ή αυτοκτονικός ιδεασμός χωρίς σχέδιο ή απόπειρες αυτοκτονίας με συγκεκριμένα σχέδια αυτοκτονίας

Τα συμπτώματα να είναι παρόντα συνεχώς για δεκαπέντε τουλάχιστον μέρες, να αντιπροσωπεύουν μια αλλαγή στην προηγούμενη λειτουργικότητα, να προκαλούν κλινικά σημαντική υποκειμενική ενόχληση ή έκπτωση στον κοινωνικό, επαγγελματικό ή άλλους σημαντικούς τομείς της λειτουργικότητας. Επιπρόσθετα, θα πρέπει να μην αποτελούν αντίδραση πένθους σε μια απώλεια αγαπημένου προσώπου (εκτός και αν επιμένουν περισσότερο από δύο μήνες).

Κλινική (καθημερινή) εικόνα των ατόμων που πάσχουν από κατάθλιψη

Τα άτομα που πάσχουν από κατάθλιψη παρουσιάζονται κουρασμένα, “βαριά”, με αργές, νωχελικές κινήσεις, χωρίς όρεξη για ζωή και χωρίς κίνητρα για να κάνουν πράγματα και να διεκπεραιώσουν καθημερινές δραστηριότητες. Ο βαθμός δυσκολίας που νιώθουν για να φέρουν εις πέρας την καθημερινότητα είναι μεγάλος και τόσο σε προσωπικό όσο και στο διαπροσωπικό επίπεδο τα πάντα τους φαίνονται χωρίς νόημα. Οι δυσκολίες στη μνήμη και στη συγκέντρωση εμποδίζουν παραπάνω την λειτουργικότητά τους και η αίσθηση αναξιότητας για τον εαυτό δυσχεραίνει την επιτυχή έκβαση αυτών που αναλαμβάνουν με αποτέλεσμα τα κοντινά τους πρόσωπα να τους αναθέτουν όλο και λιγότερες εργασίες, γεγονός που με τη σειρά του ολοκληρώνει ένα φαύλο κύκλο ενίσχυσης ανημπόριας και χαμηλής πίστης στον εαυτό. Κάποια άτομα παραπονιούνται ότι έχουν “χάσει τα συναισθήματα τους, ότι είναι “μουδιασμένα” και ότι δεν μπορούν να κλάψουν και τελικά δεν νιώθουν μέρος αυτού του κόσμου. Αισθάνονται απόμακροι και αδιάφοροι απέναντι ακόμη και στα αγαπημένα τους πρόσωπα.

Αναφορικά με τη διάθεση κυριαρχεί ένα επίμονο αίσθημα λύπης που συχνά περιγράφεται σαν απελπισία και συνοδεύεται από το αίσθημα της αγωνίας.
Στη μέτρια ή την σοβαρή κατάθλιψη, η κακή διάθεση είναι συχνά χειρότερη το πρωί και βελτιώνεται ελαφρά στην διάρκεια της ημέρας, χωρίς όμως να φεύγει τελείως.

Επίσης τα περισσότερα άτομα με κατάθλιψη παρουσιάζουν κάποια μορφή διαταραχής του ύπνου, συνήθως αϋπνία που μπορεί να συνίσταται σε αφύπνιση νωρίς το πρωί (αϋπνία τύπου πρώιμης αφύπνισης ή τελική αϋπνία), σε αφύπνιση στη διάρκεια της νύχτας και δυσκολία του ατόμου να ξανακοιμηθεί (αϋπνία τύπου διακεκομμένου ύπνου ή μέση αϋπνία) και σε δυσκολία του ατόμου να αποκοιμηθεί (αϋπνία τύπου επελεύσεως ή αρχική αϋπνία).

Τέλος στην κατάθλιψη παρατηρούνται πολλά ψυχοσωματικά ενοχλήματα όπως πονοκέφαλοι, πόνοι στην μέση, ναυτία, δυσκοιλιότητα, έμετος, κράμπες, δυσκολία στην αναπνοή, υπέρπνοια, πόνοι στο στήθος, διαταραχές έμμηνου ρύσεως κ.ά. Κυρίαρχα συμπτώματα είναι οι πόνοι στον αυχένα και στο κεφάλι και η παρουσία συνεχών τάσεων ημικρανίας.

Αιτιολογία

Ο ρόλος των γενετικών παραγόντων είναι σημαντικός αλλά όχι όμως και κυρίαρχος. Ο παράγοντας επαύξησης της πιθανότητας εμφάνισης κατάθλιψης είναι η παρουσία πρόσφατων στρεσσογόνων γεγονότων όπως ο θάνατος ενός στενού συγγενούς, η κακοποίηση, τα σοβαρά οικογενειακά προβλήματα και ο χωρισμός ή το διαζύγιο. Γυναίκες με ιστορικό παιδικής κακοποίησης ή εγκατάλειψης έχουν διπλάσιες πιθανότητες παρουσίας χαμηλής αυτοεκτίμησης στην ενήλικη ζωή  και γυναίκες που κακοποιήθηκαν ή παραμελήθηκαν κατά την παιδική τους ηλικία είναι δέκα φορές πιο πιθανό να εκδηλώσουν κατάθλιψη στην ενήλικη ζωή. Επιπλέον το τελευταίο χρονικό διάστημα η ανεργία και η αδυναμία εξασφάλισης των απαραίτητων πόρων συντελεί καθοριστικά στην εμφάνιση καταθλιπτικών συμπτωμάτων.  

Επίσης, ο τρόπος δόμησης και συντήρησης των διαπροσωπικών σχέσεων (το πρότυπο σχεσιακής αλληλεπίδρασης δηλαδή) και η “νευρωτική” ιδιοσυγκρασία, παίζουν ένα σημαντικό αιτιολογικό ρόλο στην παρουσία κατάθλιψης. Αν κάποιος του οποίου η αίσθηση του εαυτού προσδιορίζεται κυρίως από τις κοινωνικές του σχέσεις, τότε η απώλεια μιας σημαντικής διαπροσωπικής σχέσης μπορεί να πυροδοτήσει μια μείζονα κατάθλιψη. Από την άλλη, αν κάποιου η αυτοεκτίμηση σχετίζεται άμεσα με την υπεροχή και την επιτυχία, τότε το καταθλιπτικό επεισόδιο είναι αρκετά πιθανό να εμφανιστεί μετά από αποτυχία στο σχολείο ή στην εργασία.

Τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας που φανερώνουν επιρρέπεια στην κατάθλιψη είναι μια διάθεση που κυριαρχείται από δυστυχία, θλίψη και κατήφεια, μια αντίληψη για τον εαυτό που επικεντρώνεται στην αναξιότητα και στη χαμηλή αυτοεκτίμηση και μια τάση αυτο-κατηγορίας και αυτο- κριτικής. Τα άτομα που παρουσιάζουν κατάθλιψη συχνά είναι ιδιαιτέρως ενοχικά και κυριαρχούνται από τύψεις και εμμονική προσκόλληση σε αρνητικά σενάρια κυρίως καταστροφικού τύπου.

Τρόπος σκέψης

Βασική διάσταση του τρόπου σκέψης του καταθλιπτικού ατόμου είναι η λεγόμενη “καταθλιπτική τριάδα” του Aaron Beck. Σύμφωνα με την παραπάνω θεώρηση ο καταθλιπτικός άνθρωπος αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως ανάξιο, ανεπαρκές και ελαττωματικό σε όλους τους τομείς. Τον κόσμο τον βιώνει ως απαιτητικό και απογοητευτικό και αδιάφορο και το μέλλον το βλέπει ως σταθερά άσχημο, αρνητικό και ζοφερό. Επιπρόσθετα, ο Seligman θεωρεί τη κατάσταση “μαθημένης αβοηθητότητας” ως πρόδρομο της κλινικής κατάθλιψης. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, όταν οι άνθρωποι βλέπουν ότι η έκβαση μιας προσπάθειας είναι άσχετη με το αποτέλεσμα, τότε αισθάνονται ότι δεν μπορούν να έχουν καθόλου τον έλεγχο και πέφτουν σε αδράνεια και παθητικότητα. Επιπλέον, συνήθως η καταθλιπτική σκέψη εστιάζει σε ένα συγκεκριμένο πρότυπο εξήγησης για την πραγματικότητα με κυρίαρχα χαρακτηριστικά την απόδοση ευθυνών στο ίδιο το άτομο (εγώ φταίω για τα πάντα), την αίσθηση ότι η αρνητική κατάσταση θα παραμείνει για πάντα και ότι τα εξωτερικά γεγονότα θα συνεχίσουν να αποτελούν εμπόδιο. Σημείο κλειδί στην κατάθλιψη είναι και η απελπισία που συνδέεται με την προσδοκία αβοηθητότητας η οποία με τη σειρά της συνδέεται με την σιγουριά ότι στο μέλλον θα έρθουν πολύ αρνητικά γεγονότα.

Διαπροσωπικό στυλ

Η ψυχαναλυτική άποψη θεωρεί δύο διαφορετικές θεωρητικές προσεγγίσεις που αντιπροσωπεύουν διαφορετικούς υποκείμενους τύπους κατάθλιψης. ο πρώτος τύπος αναφέρεται ως “ανακλητική κατάθλιψη” και χαρακτηρίζεται από συναισθήματα μοναξιάς, αδυναμίας και απόγνωσης, που συνδέονται με χρόνιους φόβους εγκατάλειψης, απομόνωσης και σταδιακά μοναξιάς. Άτομα με αυτόν τον τύπο κατάθλιψης διακατέχονται από μια μεγάλη επιθυμία να βρεθεί κάποιος που θα τα φροντίσει, προστατεύσει και τελικά αγαπήσει.

Από την άλλη πλευρά, η “ενδοβλητική κατάθλιψη” χαρακτηρίζεται από συναισθήματα αναξιότητας, αποτυχίας, κατωτερότητας και ενοχή. Τα άτομα αυτά είναι πολύ αυτό-μομφικά και υποφέρουν από χρόνιο φόβο απόρριψης και αποδοκιμασίας. Σαν άμυνα αναπτύσσεται μια υπερβολική τελειομανία, ανταγωνιστικότητα, και μια συνεχή προσπάθεια επιτυχίας και ανάδειξης. Συνεπώς τα άτομα αυτά είναι ευάλωτα όταν καταρρίπτεται μια θετική και αποτελεσματική αίσθηση του εαυτού, κατάσταση που συνοδεύεται κυρίως από δυσφορικά συναισθήματα ενοχής, αποτυχίας και αναξιότητας και μιας αίσθησης απώλειας ελέγχου και αυτονομίας.

Θεραπεία

Πολλά θεραπευτικά μοντέλα φιλοδοξούν να παρουσιάσουν έρευνες που να αποδεικνύουν την μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα στη θεραπεία της κατάθλιψης. Ουσιαστικά όμως η “ψυχική νομιμοποίηση” της επαρκούς αποτελεσματικότητας έγκειται στη σφαιρική και ολοκληρωμένη προσέγγιση και στις τρείς κύριες διαστάσεις που συντελούν στη νόσο:

  1. Απαραίτητη η εστίαση στα άμεσα συμπτώματα τόσο για την ανακούφιση του ασθενούς όσο και για την επαγωγή της κινητοποίησης του και τη δημιουργίας κινήτρων που εξ ορισμού διευκολύνουν την συνέχιση της θεραπείας. Η χρήση γνωσιακών και συμπεριφοριστικών τεχνικών αποτελεί την αιχμή του δόρατος για το συγκεκριμένο επίπεδο.
  2. Ανάλυση του τρόπου που το άτομο σχετίζεται με τους άλλους και διερεύνηση του “διαπροσωπικού στυλ” βάση του οποίου δομεί και συντηρεί σχέσεις και τροποποίηση των συμπεριφορών που φέρνουν προβλήματα και οδηγούν σε απομόνωση.
  3. Ανάδειξη του προσωπικού νοήματος, του σεναρίου ζωής που ο καθένας έχει, βάση του οποίου κατευθύνεται σε ρεαλιστικές ή μη πορείες και καταλήγει σε αισθήματα ολοκλήρωσης και ηρεμίας ή σε αποτυχημένες ματαιώσεις και θυμούς.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *