Κοινωνική Φοβία & Άγχος

Κοινωνική Φοβία & Άγχος

Το κοινωνικό άγχος και η κοινωνική φοβία είναι διαταραχές που συνήθως ξεκινούν στην ηλικία των 11 και 12 χρόνων. Σύμφωνα με το DSM-IV ένα άτομο παρουσιάζει κοινωνική φοβία όταν φοβάται μια ποικιλία κοινωνικών εκδηλώσεων επειδή ανησυχεί για την ταπείνωση ή τη ντροπή που θα προκληθεί από μία ανεπαρκή κοινωνική εμφάνισή του ή από τα εμφανή συμπτώματα άγχους. Οι κοινωνικές καταστάσεις εκτείνονται από ομιλίες μέχρι και μια απλή συζήτηση με άλλο άτομο. Πιο πιθανή περίπτωση εκδήλωσης κοινωνικού άγχους θεωρείται αυτή που χρειάζεται να παρουσιάσει κάτι μπροστά σε κόσμο (διάλεξη ή παίξιμο κάποιου μουσικού οργάνου). Επίσης μεγάλη σημασία έχει η δυσκολία αντιμετώπισης φιγούρων εξουσίας (γιατρούς, δασκάλους, εργοδότες και όργανα της τάξης). Επιπλέον, σημαντικό άγχος προκαλούν και οι καταστάσεις που απαιτούν εμφανείς κινήσεις και έτσι υπάρχει η περίπτωση να αποκαλυφθεί το άγχος από το τρέμουλο ή από την έλλειψη συγκέντρωσης (φαγητό, ποτό, δακτυλογράφηση, γράψιμο μπροστά σε άλλους). To κοινωνικό άγχος επίσης μπορεί να οδηγήσει σε διαταραγμένη λεκτική ροή, όπως τραυλισμός, συχνές παύσεις, και αυξομειώσεις της φωνής.

Βασικό χαρακτηριστικό της κοινωνικής φοβίας είναι η δυνατή επιθυμία να προκαλέσει το άτομο θετική εντύπωση στους άλλους και αυτό συνοδεύεται από ανασφάλεια για την ικανότητα του ατόμου να το καταφέρει. Όταν εμπλέκεται σε μια κοινωνική κατάσταση τη σηματοδοτεί ως επικίνδυνη, γεγονός που ενεργοποιεί ένα «πρόγραμμα άγχους» που αποτελείται από φυσιολογικές, γνωστικές, συναισθηματικές και συμπεριφορικές αλλαγές. Για παράδειγμα, οι άνθρωποι με κοινωνική φοβία μπορεί να θεωρούν ότι όταν είναι στο κέντρο της προσοχής οι άλλοι τους βαριούνται, αλλά δεν μπαίνουν στον κόπο να το εξακριβώσουν. Αντίθετα ερμηνεύουν τα πράγματα με βάση την προσωπική αντίληψη των καταστάσεων και συμπεραίνουν ότι αυτός είναι και ο τρόπος που τους βλέπουν οι άλλοι.

Θεραπεία
Το άτομο με κοινωνική φοβία πιστεύει ότι όλοι θα το κρίνουν και θα το κατακρίνουν άρα η θεραπεία πρέπει να εστιάζει στην τροποποίηση της διαστρεβλωμένης αυτό-εικόνας, κυρίως στα εξής επίπεδα:
1) βασικές πεποιθήσεις για τον εαυτό (π.χ. είμαι βαρετός, είμαι περίεργος)
2) υποθέσεις (π.χ. Αν φανώ αγχωμένος οι άνθρωποι θα θεωρήσουν ότι είμαι ανίκανος, Αν μπερδέψω τα λόγια μου οι άνθρωποι θα με περάσουν για ανόητο
3) Βασικούς κανόνες για την κοινωνική αλληλεπίδραση (π.χ. Πρέπει πάντα να μην κομπιάζω και να με θεωρούν έξυπνο, Δεν πρέπει να δείχνω αγχωμένος).

Επιπλέον κατά την ανάλυση του τρόπου διάδρασης με τους άλλους ανθρώπους εξερευνάται η ύπαρξη αισθημάτων ντροπής, αναλύεται η αρχική εμφάνισή τους και επιχειρείται σταδιακά διαδικασία έκθεσης (κυρίως μέσα από τη συμμετοχή σε ομαδική θεραπεία) για την εξοικείωση με την αλληλεπίδραση με τους άλλους.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *